Γράμμα προς τον Δημήτρη Μελιόπουλο

Μοιραστείτε αυτήν την ανάρτηση:

Πρώτο και απαραβίαστο αξίωμα. Ο καθένας στην ζωή του έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της επιλογής, της αυτοδιάθεσης. Ο καθένας πρέπει να επιλέγει μόνος το επαγγελματικό του μέλλον. Να κάνει αυτό που τον ευχαριστεί, που τον γεμίζει. Ακόμα κι αν είναι λάθος. Έχει δικαίωμα στο λάθος. Έχει δικαίωμα να τσαλακωθεί, να πέσει κάτω, να μετανιώσει. Είναι η ΖΩΗ ΤΟΥ, η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ, η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ. Αρκεί, να παίρνει το βάρος της ευθύνης. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν απλώς συμβουλευτικό χαρακτήρα.

Ουδείς έχει το δικαίωμα να κατηγορήσει τον Δημήτρη Μελιόπουλο αν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε ότι το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν τον γεμίζει πια και θέλει να το κόψει μαχαίρι. Ουδείς. Είναι γούστο του και καπέλο του, ακόμα κι αν έχει βάλει την υπογραφή του σε ένα παχυλό συμβόλαιο, ακόμα κι αν έχει υπάρξει μία επένδυση για την οποία δαπανήθηκαν ουκ ολίγα χρήματα. Με το ζόρι δεν γίνεται τίποτα.

Κάπου εδώ όμως σταματούν τα κανονάκια υπεράσπισης, υπάρχουν απανωτές κόκκινες γραμμές που ποδοπατήθηκαν. Στις viral αναρτήσεις του στο Facebook o Μελιόπουλος προτρέπει τους νέους «να σταματήσουν το ποδόσφαιρο και να ασχοληθούν με την καλλιέργεια, τα γράμματα, την μόρφωση, το πνεύμα, την επιστήμη, την τέχνη, την μουσική, την ποίηση και γενικά το πάνω κεφάλι». Λογικά όπως εκείνος.

Πώς να γίνει όμως πιστευτός ο λόγος του, όταν ο ίδιος χρησιμοποιεί σε δημόσιο λόγο φράσεις όπως: «αν οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι δεν φταίω εγώ», «με συμφερτικό σκοπό», «που να τους πάρει ο διάολος», «είπε ένας ΒΛΑΚΑΣ, που να τον πάρει ο διάολος κι αυτόν με το όνομα Παπαδημητρίου Γιάννης». Το τεκμήριο της νεότητας παύει να ισχύει για τέτοιους χαρακτηρισμούς, είναι ενήλικος, όχι παιδάκι.

Τώρα που λογικά θα έχει περισσότερο χρόνο για το… πάνω κεφάλι θα του συστήσω μερικά βιβλία του Αλμπέρ Καμύ, του Εντουάρντο Γκαλεάνο, του Σάιμον Κούπερ, του Νικ Χόρνμπι και πολλών άλλων που μέσω του ποδοσφαίρου εξύψωσαν το πνεύμα τους στα όρια του. Και μετά θα του συστήσω αμέτρητους ποδοσφαιριστές που συνδύασαν το ποδόσφαιρο με την καλλιέργεια, τα γράμματα, την μόρφωση, το πνεύμα, την επιστήμη, την τέχνη, την μουσική, την ποίηση και γενικά το πάνω κεφάλι. Κι όμως, γίνεται! Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

Το ποδόσφαιρο γίνεται όμορφο από τις προσωπικές πινελιές μαγείας, αλλά υπάρχει ως άθλημα επειδή υπόκειται σε καθεστώς πειθαρχίας, ομαδικής δουλειάς, με άπειρες επαναλήψεις μηχανικών κινήσεων που τελειοποιούνται μέσω της προπόνησης. Αυτό που για τον 17χρονο Μελιόπουλο στην Ξάνθη ήταν ο «τρόπος που καταστρέφονται οι άνθρωποι και γίνονται ένα με το κοπάδι, μάζα, χυλός» είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος ενσωμάτωσης στο κανονικό ποδόσφαιρο, πιθανώς και στην κοινωνία. Κι αν αυτό έγινε στα 17 του και τον στιγμάτισε, γιατί το θυμήθηκε δύο χρόνια αργότερα, όταν έκανε την μεγάλη μεταγραφή στον ΠΑΟΚ;

Δεν είναι κακό, ούτε ντροπή να είσαι ποδοσφαιριστής για τα… πεκούνια. Ζουν οικογένειες από αυτό, συντηρούνται ζωές, μεγαλώνουν παιδιά έτσι. Κακό είναι να πιστεύεις ότι μπορείς να ποινικοποιήσεις κάτι για το οποίο δεν είσαι φτιαγμένος. Να παραινείς παιδιά να παρατήσουν τον αθλητισμό γιατί… ξαφνικά νιώθεις κάτι σαν πνευματικός ταγός, κάτι σαν ήρωας, επαναστάτης με ή δίχως αιτία.

Στην πραγματικότητα ο Δημήτρης Μελιόπουλος είναι ένα 19χρονο μπερδεμένο παιδί που αποφάσισε να δώσει μία κλωτσιά σε ένα στρωμένο μέλλον και να επιλέξει ένα δικό του μονοπάτι. Μαγκιά του. Τον σταυρό του όμως θα τον κουβαλήσει μόνος. Δεν χρειάζεται να δικαιολογηθεί, ούτε να ζητήσει να τον μιμηθούν. Μακάρι εκεί που πάει να βρει την γαλήνη και την εσωτερική πληρότητα που αναζητά. Μακάρι όλο αυτό να του βγει σε καλό…

Πείτε μας πώς σας φάνηκε το άρθρο
3Like1Love1Haha0Wow0Sad1Angry

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο