«Η διάρκεια θα κρίνει τον πρώτο»

Μοιραστείτε αυτήν την ανάρτηση:

Πριν από δέκα χρόνια ο ΠΑΟΚ κέρδισε τη μάχη από ΑΕΚ και Παναθηναϊκό, κάνοντας δικό του τον πιο περιζήτητο νεαρό Έλληνα παίκτη της εποχής, τον Βασίλη Κουτσιανικούλη.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Θεσσαλός μεσοεπιθετικός δεν κατάφερε να στεριώσει στην Τούμπα, επέστρεψε στον Εργοτέλη, αγωνίστηκε τα επόμενα χρόνια σε ΟΦΗ (δύο διαφορετικές θητείες) και Λάρισα, ενώ εδώ και λίγες ημέρες ανήκει στο δυναμικό του Ολυμπιακού Βόλου. Η επιλογή του 31χρονου παίκτη να αγωνιστεί στη Φούτμπολ Λιγκ προκάλεσε απορίες, ωστόσο ο ίδιος, μιλώντας στη FORZA, εξήγησε τους λόγους.

«Ηθελα να βρίσκομαι κοντά στη Λάρισα, κοντά στο σπίτι μου. Άλλωστε, και τα οικονομικά δεδομένα δεν ήταν πολύ διαφορετικά, σε σχέση με προτάσεις ομάδων, που βρίσκονται σε υψηλότερες κατηγορίες» υπογράμμισε, και συνέχισε: «Ο Ολυμπιακός Βόλου βρίσκεται ουσιαστικά σε ένα μεταβατικό στάδιο. Επιχειρηθεί να οργανωθεί σε κάθε επίπεδο. Αλλά νομίζω ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο. Οι απαιτήσεις είναι πάντα υψηλές και στόχος είναι ο προβιβασμός στη Σούπερ Λιγκ 2. Η αλήθεια είναι ότι θα με ενδιέφερε η προοπτική να αγωνιστώ σε ομάδα του εξωτερικού, αλλά και πάλι είμαι ικανοποιημένος με την εξέλιξη, που πήραν τα πράγματα».

Συμφωνείς ότι το φετινό πρωτάθλημα θα κριθεί μεταξύ του ΠΑΟΚ και του Ολυμπιακού;

«Είναι οι δύο ομάδες που ξεχωρίζουν. Και νομίζω ότι στο τέλος θα τερματίσει πρώτη η ομάδα, που θα έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια καλών εμφανίσεων και αποτελεσματικότητας. Οποια από τις δύο καταφέρει να αποφύγει τα ‘νεκρά’ διαστήματα στη διάρκεια της σεζόν, θα έχει τον πρώτο λόγο για τον τίτλο».

Τι γνώμη έχεις για το φετινό ΠΑΟΚ;

«Δεν μπορώ να διακρίνω και πολύ μεγάλες διαφορές σε σχέση με την περσινή σεζόν. Θεωρώ ότι, πάνω-κάτω, βαδίζει στα ίδια χνάρια, που χάραξε και την προηγούμενη χρονιά. Και η οποία ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη. Από την άλλη, βλέπουμε στην αρχή της σεζόν έναν αισθητά βελτιωμένο Ολυμπιακό σε σύγκριση με την περσινή περίοδο».

Ποια είναι η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό σου, όταν σκέφτεσαι τα δύο χρόνια, που πέρασες στην Τούμπα;

«Η πρώτη μου σεζόν στον ΠΑΟΚ ήταν χρονιά προσαρμογής. Αρχισα καλά, με γκολ στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος εναντίον του Λεβαδειακού, γενικά είχα αρκετές συμμετοχές. Τη δεύτερη χρονιά είχα περιορισμένη παρουσία στα παιχνίδια, έμεινα ουσιαστικά εκτός ομάδας, χωρίς να αντιληφθώ και τους λόγους, για τους οποίους συνέβη εκείνο το γεγονός. Εχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τότε. Μιλάμε για μια διαφορετική εποχή, με άλλον τρόπο δουλειάς από τον σημερινό. Ο κ. Σαββίδης δεν είχε αναλάβει ακόμη την ομάδα και προφανώς εκείνος ο ΠΑΟΚ ήταν διαφορετικός σε πολλά, σε σύγκριση με την τωρινή κατάσταση. Προφανώς είχαν γίνει λάθη από την πλευρά μου, πιθανώς και από την πλευρά του ΠΑΟΚ. Δεν έμεινα εκεί, ήμουν ακόμη σε πολύ νεαρή ηλικία, προσπάθησα να κοιτάξω το μέλλον μου».

Ο ΠΑΟΚ χρειάστηκε να περιμένει 34 χρόνια για το πρωτάθλημα, αλλά αυτή η χρονική περίοδος θα μπορούσε να ήταν μικρότερη κατά εννέα χρόνια, αφού τη σεζόν 2009-2010 είχε φθάσει κοντά στον τίτλο.

«Eννοείται ότι το άξιζε πέρσι, σ’ αυτό όλοι συμφωνούν. Αλλά συμφωνώ μαζί σας. Είχαμε μια εξαιρετική ομάδα, που είχε τις απαραίτητες προδιαγραφές για να διεκδικήσει και στο τέλος ακόμη και να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Ουσιαστικά ο δρόμος μας για την πρώτη θέση κόπηκε στο εκτός έδρας ματς με τον Αρη και τη γνωστή διαιτησία του Σπάθα. Ο Γκαρσία έπαιζε από την αρχή του αγώνα με κίτρινη κάρτα, μέχρι που κάποια στιγμή τον αντικατέστησα στο δεύτερο ημίχρονο. Καλύτερα να μη μιλήσω για τη διαιτησία εκείνου του παιχνιδιού».

Ποια άλλη στιγμή της παρουσίας σου στον ΠΑΟΚ δεν πρόκειται να ξεχάσεις;

«Την πρόκριση στους ομίλους του Γιουρόπα Λιγκ επί της Φενερμπαχτσέ στη ρεβάνς της Κωνσταντινούπολης. Παίζαμε σε μια καυτή ατμόσφαιρα, αλλά είχαμε μαζί μας και τους… τρελαμένους ΠΑΟΚτσήδες σε ένα μέρος της κερκίδας. Είχα παίξει αλλαγή στην παράταση, όταν και ο Μουσλίμοβιτς είχε πετύχει το καθοριστικό γκολ της ισοφάρισης. Ηταν το βράδυ, που ο ΠΑΟΚ έγραψε ιστορία».

Ποιόν προπονητή, από όλους όσους συνεργάστηκες από την αρχή της καριέρας σου μέχρι τώρα, θα ξεχώριζες;

«Η απάντηση είναι εύκολη, τον Φερνάντο Σάντος, που είναι ένας σπουδαίος προπονητής. Είναι κάτι, άλλωστε, που το δείχνει και η συνολική του καριέρα. Ηταν σκληρός προπονητής, με την έννοια ότι αυτό που απαιτούσε πρώτα από όλα ήταν το μηδέν στην άμυνα. Και αν θυμάστε, οι περισσότερες νίκες μας ήταν στο 1-0…».

Πείτε μας πώς σας φάνηκε το άρθρο
1Like0Love0Haha0Wow0Sad0Angry

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο