Η καθαρή επικράτηση του ΠΑΟΚ επί του Φλοίσβου με 0-3 σετ στο Παλαιό Φάληρο αποτέλεσε μια ηχηρή δήλωση επιστροφής στις επιτυχίες για την ομάδα του Βαλάντη Μαμάη, η οποία παρά τις πρόσφατες περιπέτειες με ιώσεις, παρουσίασε ένα εξαιρετικά συμπαγές σύνολο. Η αναμέτρηση, αν και σε επίπεδο αποτελεσματικότητας στην επίθεση έδειχνε ισορροπημένη με αμφότερες τις ομάδες να καταγράφουν ποσοστό 47%, κρίθηκε από την ικανότητα του Δικεφάλου να επιβάλλει τον ρυθμό του στις φάσεις που δεν είχε την υποδοχή.

Η στατιστική ανάλυση του αγώνα αναδεικνύει έναν συγκεκριμένο δείκτη που λειτούργησε ως ο «καταλύτης» για το τελικό αποτέλεσμα, εξηγώντας πώς μια θεωρητικά αμφίρροπη μάχη μετατράπηκε σε έναν υγιεινό περίπατο για τους φιλοξενούμενους. Το στατιστικό στοιχείο που λειτούργησε ως το απόλυτο «κλειδί» της νίκης ήταν η διαφορά στους πόντους από break point, όπου ο ΠΑΟΚ παρήγαγε 23 πόντους έναντι μόλις 10 του Φλοίσβου. Αυτή η υπεροχή των 13 πόντων σε κατάσταση break point μαρτυρά την ικανότητα του ΠΑΟΚ να «σπάει» την αντίπαλη υποδοχή και να κεφαλαιοποιεί τις ευκαιρίες του στην κόντρα επίθεση. Ενώ ο Φλοίσβος ήταν ανταγωνιστικός στο side-out παιχνίδι του, αδυνατούσε να προβάλει αντίσταση κάθε φορά που ο ΠΑΟΚ βρισκόταν στη γραμμή του σερβίς, με αποτέλεσμα ο Δικέφαλος να χτίζει διαφορές ασφαλείας σε όλα τα σετ. Η τεχνική αιτιολόγηση αυτής της κυριαρχίας εδράζεται στην εξαιρετική λειτουργία του μπλοκ και στην πίεση από τη γραμμή των εννέα μέτρων.
Ο ΠΑΟΚ κατέγραψε 9 ενεργούς πόντους από μπλοκ, με τον Τζέφρι Τζέντρικ να ηγείται με 3 προσωπικά «στοπ» την ώρα που ο Φλοίσβος περιορίστηκε σε μόλις 3 πόντους από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Παράλληλα, οι 6 άσσοι του ΠΑΟΚ έναντι των μόλις 2 των γηπεδούχων, ανάγκασαν τον Φλοίσβο σε χαμηλά ποσοστά υποδοχής (45% θετική), στερώντας του τη δυνατότητα για μια ορθόδοξη ανάπτυξη. Αυτή η συνδυαστική πίεση στο φιλέ και το σερβίς ήταν που επέτρεψε στον ΠΑΟΚ να ελέγξει πλήρως την αναμέτρηση και να πάρει το πολύτιμο τρίποντο που τον διατηρεί σε τροχιά 3ης θέσης.




