Ελάχιστοι έχουν να λένε ότι άκουσαν την φωνή του. Ακόμα πιο ελάχιστοι είναι αυτοί που τον είδαν να θυμώνει, να τσαντίζεται, να βγαίνει εκτός ελέγχου.
Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει την ποδοσφαιρική διαδρομή του Τόμας Κεντζιόρα στον ΠΑΟΚ συμπυκνώνεται σε μία και μόνο λέξη: τίμιος.
Ένας πιστός στρατιώτης, ο οποίος ήρθε ως συμπλήρωμα, ως κάλυψη για τη θέση του δεξιού μπακ και στην πορεία μεταμορφώθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς κεντρικούς αμυντικούς στην ιστορία του συλλόγου.
Σε αυτή την τριετία από το κέντρο της ασπρόμαυρης άμυνας πέρασαν παίκτες και παίκτες. Από τον Κουλιεράκη και τον Τρόοστ-Έκονγκ, ως τον Νέσμπεργκ, τον Λόβρεν, τον Κόλεϊ, τον Βιετέσκα, τον Βολιάκο.
Οι περισσότεροι εξ’ αυτών έρχονταν για να πάρουν την φανέλα βασικού, μόνο που πολύ σύντομα καταλάβαιναν ότι αυτός που έπαιρνε την φανέλα στο σπίτι ήταν ο Τόμας Κεντζιόρα.
Δεν υπήρξε ποτέ η μεγάλη κλάση, το σώμα του δεν τον βοήθησε να φτάσει στο κορυφαίο επίπεδο, ωστόσο ο Πολωνός ήταν η μεγάλη σταθερά της άμυνας του ΠΑΟΚ την τελευταία τριετία.
Το μαρτυρούν αυτό τα 141 παιχνίδια σε 3,5 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, το νούμερο είναι εκπληκτικό και δείχνει έναν παίκτη που ήταν πάντα εκεί όποτε χρειάστηκε.
Δίχως τραυματισμούς, δίχως τιμωρίες, δίχως αστάθεια στην απόδοση του. Ένας τίμιος στρατιώτης που έκανε το καθήκον του με συνέπεια.
Μέσω του ΠΑΟΚ επέστρεψε στην Εθνική, εξέλιξε το παιχνίδι του, έγινε κάτι που ούτε και ο ίδιος δεν φανταζόταν πριν από λίγα χρόνια.
Επιστρέφει στο Κίεβο για οικογενειακούς λόγους και ο δρόμος του είναι πιθανό να συναντηθεί πολύ πιο σύντομα από ότι θα περίμενε με αυτόν του ΠΑΟΚ.
Όπως έκανε πάντα, θα κάνει κι εκεί αυτό που πρέπει, το καθήκον του…
ΔΕΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΟΚ ΣΤΟ ΦΙΝΑΛΕ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΟΥ
Ο ιστορικός του μέλλοντος δεν θα έχει να θυμάται κάποιο γκολ, κάποια ασίστ, κάποια μεγάλη αμυντική ενέργεια. Ωστόσο, θα έχει να θυμάται μία ηγετική προσωπικότητα που στο λυκόφως της καριέρας του προσπάθησε να μεταδώσει την εμπειρία και τις γνώσεις του από όλη αυτή την τεράστια διαδρομή του.
Το χάι-λάι του Ντέγιαν Λόβρεν με την φανέλα του ΠΑΟΚ ήταν ένα τσαμπουκαλεμένο τάκλιν πάνω στον Κοστίνια και ο άγριος πανηγυρισμός του με τον Αντργια στο ντέρμπι του περασμένου φθινοπώρου με τον Ολυμπιακό, σε μία περίοδο που ο Δικέφαλος έχανε τη γη πάνω από τα πόδια του.
Αυτά που πρόσφερε ο Κροάτης εκτός γηπέδου, με την προσωπικότητα και την ηγετική του μορφή είναι πολύ σημαντικότερα από όσα έκανε στα 27 παιχνίδια που έκανε με την ασπρόμαυρη φανέλα…
ΜΑΓΟΣ ΤΟΥ… ΟΖ
Αυτό που αστραπιαία έρχεται στο μυαλό ως πρώτη ανάμνηση είναι ο ξεχωριστός πανηγυρισμός του. Τσουλήθρα στο χορτάρι, γονάτισμα, δεξιά γροθιά που εφάπτεται και χτυπάει την αριστερή παλάμη. Χειρονομία που αποτελεί τον παραδοσιακό χαιρετισμό του μαθητή προς τον δάσκαλο στην διδασκαλία του Κουνγκ Φου, μα και μία κίνηση που κρύβει και έναν άλλον πολύ πιο βαθύ συμβολισμό: “Είναι ένα μικρό δώρο προς τιμήν των παιδιών που είναι άρρωστα, που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση… για να μοιραστούμε συναισθήματα μαζί τους.
Όλα προήλθαν από τα παιδιά μου. Όταν ήταν άρρωστοι για πολύ καιρό πέρυσι, προέκυψε μια επιθυμία στο κεφάλι μου να καταλήξω σε κάτι που θα συνδεόταν με όλα τα παιδιά», είχε εξηγήσει χαρακτηριστικά.
Μόνο που υπήρξε κι ένας πανηγυρισμός πολύ πιο… αλλιώτικος. Πολύ χαρακτηριστικός. Αξέχαστος. Εκείνο το γκολ του Μάγκομεντ Οζντόεφ που υπέγραψε την μεγάλη ανατροπή στην Νέα Φιλαδέλφεια (από 2-0 σε 2-2) απέναντι στην ΑΕΚ, εκείνο το απόγευμα της 7ης Απριλίου του 2024, έκανε τον Ραζβάν Λουτσέσκου να εκραγεί. Ο κοινός πανηγυρισμός τους με τις γροθιές σφιγμένες και τις φλέβες πεταγμένες στον λαιμό τους, έγινε αφίσα, πρωτοσέλιδο, σημείο αναφοράς. Ένα γκολ που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην οικονομία στην κατάκτηση εκείνου του πρωταθλήματος -δίχως αυτό ίσως να μην είχε συμβεί τίποτα.
Συμπτωματικά (ή μήπως σημειολογικά), ο Ρώσος μέσος που έφτασε στην Τούμπα το καλοκαίρι του 2023, δεν πανηγύρισε ποτέ το τελευταίο του γκολ στην τελευταία αγωνιστική των πλέι-οφ απέναντι στον Παναθηναϊκό. Σαν να ήξερε ότι δεν έχει άλλο, ότι αυτό θα έμελλε να είναι το τελευταίο του παιχνίδι με τα ασπρόμαυρα.
Ο “Μάγκο” τίμησε την φανέλα και αποχωρεί λίγο πριν κλείσει τα 34 του χρόνια προερχόμενος από την κορυφαία, την πιο ώριμη σεζόν στην καριέρα του: 50 παιχνίδια (περισσότερα από όλους), 3440 λεπτά συμμετοχής (6ος), 9 γκολ (3ος σκόρερ), 5 ασίστ (4ος στην λίστα).
Μία σεβάσμια, ώριμη, φιγούρα ένας ποιοτικός μέσος που κόλλησε απόλυτα στον ρόλο του και αφήνει πίσω του μόνο θετικές αναμνήσεις…
ΕΔΩ, ΣΤΗ ΡΩΓΜΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Ό,τι κι αν γίνει, όσα χρόνια κι αν περάσουν αυτή η εικόνα θα μείνει ανεξίτηλη σε όσους την έζησαν. Μπορεί κάποια στιγμή να την κάνει τατού στο σώμα του για να του θυμίζει το σημαντικότερο γκολ της ζωής του.
Για τον Τζόαν Σάστρε το πριν με το μετά, διχοτομείται στο 89:54. Το σημείο που η μπάλα αναπαύεται στα δίχτυα της ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ μένει ζωντανός στην διεκδίκηση του πιο μάγκικου πρωταθλήματος όλο των εποχών.
Κανείς δεν ξέρει αν θα έμπαινε γκολ δίχως την παρέμβαση του Ράχμαν Μπάμπα που αλλάζει ελαφρώς την τροχιά της μπάλας.
Το γκολ πιστώθηκε στον Ισπανό μπακ, αυτός είχε την έμπνευση να πιάσει εκείνο το εναέριο βολέ, εκείνος έστειλε την μπάλα προς την εστία, εκείνος άλλαξε την ιστορία. Οτιδήποτε άλλο συνέβη στα 119 παιχνίδια που φόρεσε την φανέλα του ΠΑΟΚ (7 γκολ / 10 ασίστ) μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Ο 29χρονος μπακ από την Μαγιόρκα θα έχει για πάντα εξασφαλισμένη την υστεροφημία του στην ιστορία του συλλόγου.




