Ο Δημήτρης Γιαννούλης επέστρεψε στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Όχι απλώς για να αγωνιστεί ξανά στη χώρα του, αλλά για να ξαναφορέσει την «ασπρόμαυρη» φανέλα. Ο ΠΑΟΚ κατόρθωσε αυτό που επιχείρησαν, δίχως αποτέλεσμα, ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ: απέκτησε τον ποδοσφαιριστή που αποτέλεσε τον διακαή πόθο όλων των μεγάλων του ελληνικού πρωταθλήματος.
Η μάχη δεν άρχισε φέτος. Το καλοκαίρι του 2024, όταν ο διεθνής αριστερός μπακ έμενε ελεύθερος από τη Νόριτς, η ΑΕΚ τού πρόσφερε ένα πλουσιοπάροχο συμβόλαιο. Ακολούθησε ο Παναθηναϊκός, που πίστεψε ότι μπορούσε να τον ντύσει στα «πράσινα». Τους τελευταίους μήνες ήταν η σειρά του Ολυμπιακού να κινηθεί δυναμικά, φτάνοντας να προσφέρει στην Άουγκσμπουργκ 4,5 εκατομμύρια ευρώ και ακόμη 500.000 σε μπόνους. Υπήρξε ενδιαφέρον και από την Αγγλία, όπου το πέρασμά του από τη Νόριτς είχε αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις.
Ο Γιαννούλης, όμως, είχε πάρει την απόφασή του. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα γενικώς και αορίστως. Ήθελε να επιστρέψει στον ΠΑΟΚ. Ακύρωσε συζητήσεις, έκλεισε πόρτες και απέφυγε κάθε συνάντηση που θα μπορούσε να οδηγήσει την καριέρα του σε διαφορετικό μονοπάτι. Ακόμη και όταν η Άουγκσμπουργκ απέρριψε κατηγορηματικά, τον περασμένο Ιανουάριο, την πρώτη απόπειρα του Δικεφάλου, εκείνος δεν άλλαξε πορεία.
Ο ΠΑΟΚ και η οικογένεια Σαββίδη έκαναν από την πλευρά τους ακόμη μία μεγάλη οικονομική υπέρβαση μετά τη μεταγραφή του Ζαφείρη. Η συμφωνία πλησίασε συνολικά τα πέντε εκατομμύρια ευρώ, με περίπου 3,7 εκατομμύρια ως εγγυημένο τίμημα και επιπλέον 1,1 έως 1,2 εκατομμύρια σε μπόνους. Όταν ο Ιβάν Σαββίδης αποφάσισε να τελειώσει τη μεταγραφή, ο ΠΑΟΚ πέρασε από τα λόγια στις πράξεις.
ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΑΝΑ…
Δεν πρόκειται για ένα μεταγραφικό τρόπαιο απέναντι στους ανταγωνιστές του. Πρόκειται για την απόκτηση ενός έτοιμου ποδοσφαιριστή, με γεμάτες σεζόν στην Bundesliga, εμπειρίες από την Αγγλία και την ποιότητα για να θεωρηθεί από την πρώτη ημέρα ο κορυφαίος αριστερός μπακ του πρωταθλήματος.
Πάνω απ’ όλα, όμως, πρόκειται για μια επιστροφή που κέρδισε πρώτα ο ίδιος ο Γιαννούλης. Η μητέρα του τον ρώτησε αν θέλει να του ετοιμάσει γεμιστά. Εκείνος άνοιξε την ντουλάπα και βρήκε τη ζακέτα του ΠΑΟΚ, φυλαγμένη από τον Ιανουάριο του 2021, όταν έφυγε για τη Νόριτς.
Πεντέμισι χρόνια αργότερα, η ζακέτα περίμενε ακόμη εκεί για να μπει ξανά στη βαλίτσα. Δεν ήταν ένα ξεχασμένο ρούχο, αλλά ένα κομμάτι της ζωής του που δεν αποχωρίστηκε ποτέ. Γιατί υπάρχουν πράγματα που ο χρόνος δεν τα φθείρει. Τα κρατά ανέπαφα, μέχρι να έρθει η στιγμή της επιστροφής.




