Βig hug! Στο φινάλε από κάθε γραπτή συνομιλία. Στο τέλος κάθε ηχητικού μηνύματος. Στο τέλος κάθε κουβέντας από κοντά, ο επίλογος ήταν πάντα ο ίδιος. Βig hug! Μία μεγάλη αγκαλιά!
Δεν ήταν μία τυπικότητα, μία καθωσπρέπει συνήθεια. Όχι, ποτέ δεν ήταν. Οι αγκαλιές του ήταν πάντα ειλικρινείς, σφιχτές και εγκάρδιες. Ήταν ο δικός του τρόπος να συμπεριλάβει εκεί μέσα τα πάντα. Διότι, μία αγκαλιά μπορεί να χωρέσει τα πάντα. Όσα είπαμε κι όσα δεν είπαμε. Όσα αισθανθήκαμε κι όσα ντραπήκαμε να εκφράσουμε με λέξεις. Όσα αγγίξαμε κι όσα ξεχάσαμε. Είναι η περίληψη μιας σχέσης και συνάμα μία ανοιχτή υπόσχεση για το μέλλον. Ήταν -και είναι- ο δικός του τρόπος για να πάρει και να μεταφέρει ενέργεια στο εργασιακό του περιβάλλον.
Οι αγκαλιές ήταν πάντα ένα προαπαιτούμενο σε ό,τι αφορά τη σχέση με τους παίκτες του, το γκρουπ του.
Μία αόρατη δέσμευση πως εγώ θα είμαι εδώ για σένα, ό,τι ώρα κι αν με χρειαστείς, ό,τι κι αν με χρειαστείς. Αν κλικάρει κανείς το όνομα του σε ένα φωτογραφικό πρακτορείο, πιθανώς θα σοκαριστεί από το πόσες αγκαλιές απαθανατίστηκαν με αυτόν πρωταγωνιστή εντός κι εκτός γηπέδου. Σίγουρα, πολύ περισσότερες από τις αυτές στις οποίες φοράει σκουφί. Οπωσδήποτε, πολύ περισσότερες από εκείνες στις οποίες φωνάζει, ωρύεται, εκρήγνυται.
Για όσους ξέρουν, είναι σίγουρο ότι ο προπονητής Λουτσέσκου, η περσόνα που εμπνεύστηκε, έπλασε, μορφοποίησε, υπηρέτησε για την δημόσια εικόνα του, δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο Ραζβάν. Στη λαϊκή συνείδηση η στερεοτυπική εικόνα που δημιουργήθηκε για εκείνον -ας αφήσουμε στην άκρη το προπονητικό- είναι ενός εριστικού, υπερφίαλου, συγκρουσιακού, αλαζόνα και σχεδόν… αχώνευτου ανθρώπου. Ενός τύπου με μακιαβελική φιλοσοφία που δεν θα δίσταζε να μανιπουλάρει τα πάντα, προκειμένου να πετύχει το στόχο του, να κερδίσει.
Ήταν ο δικός του τρόπος να τραβήξει όλη την πίεση πάνω του. Να απορροφήσει ο ίδιος τους κραδασμούς, να τραβήξει σαν μαγνήτης όλο το ανάθεμα πάνω του και να μείνει το γκρουπ απερίσπαστο. Όλο αυτό, δεν ήταν παρά ένα επαγγελματικό τρικ! Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Ο Λουτσέσκου μεγάλωσε με αστική σχεδόν αριστοκρατική ευγένεια, εκπέμπει μία κοσμοπολίτικη αύρα, έχει έναν εκλεπτυσμένο αέρα, που φαίνεται από τους τρόπους, το ντύσιμο, τις συνήθειες του. Σπούδασε οικονομικά, είναι πολύγλωσσος, εκτιμά το καλό φαγητό που συνοδεύεται από ένα ποτήρι καλό κρασί.
Να, ας πούμε το Μade in Romania, το ντα ντούμλα ντα, το τραγούδι που έγινε ο άτυπος ύμνος του πρωταθλήματος του 2024, δεν το αγάπησε ποτέ, δεν τον εκφράζει. Το δέχθηκε μόνο και μόνο επειδή υμνεί την πατρίδα του. Προτιμά άλλους ρυθμούς, την έντεχνη, την ήρεμη, ακόμα και την κλασική μουσική. Πιθανώς περισσότερο από το ποδόσφαιρο, περισσότερο από την προπονητική, αγαπά παθολογικά τις γάτες. Ιδίως τις αδέσποτες. Αμέτρητες φορές έριξε στο αμάξι του σακούλες από ξηρά τροφή για να ταΐσει αδεσποτάκια κρυφά, μυστικά, ανώνυμα, ινκόγκνιτο σε διάφορα μέρη της πόλης. Ήταν η ψυχοθεραπεία του. Η ισορροπία του. Ίσως επειδή μέσα του ως άνθρωπος, έχει μία έμφυτη ανάγκη να φροντίζει, να προστατεύει, να υπερασπίζεται τους αδύναμους.
Επίσης αμέτρητα είναι όλα αυτά τα χρόνια τα προσωπικά τετ-α-τετ με παίκτες του. Για ένα κρασί. Για ένα φαγητό. Για έναν καφέ. Σχεδόν πάντα με τους πιο αδύναμους. Τους ανυπεράσπιστους. Τους ντεφορμέ. Αυτούς που είχαν θέματα στο σπίτι. Τους λιγότερο ταλαντούχους. Τους δέκτες της πιο αυστηρής κριτικής για την απόδοση τους. Ήταν ο δικός του τρόπος, για να τους ενσωματώσει στον κόσμο του, στη λογική του, στο γκρουπ του, στην ομάδα του. Η προσωπική σχέση, η εμπιστοσύνη, η ειλικρίνεια είχε πολλές φορές μεγαλύτερη σημασία ακόμα κι από την δουλειά στο γήπεδο. Για να φτιάξει το δεύτερο, έπρεπε πάντα να φτιάξει το πρώτο.
Τρέφει παθολογική, σχεδόν πατρική αγάπη για τους συνεργάτες του. Σε κάθε διαπραγμάτευση, σε κάθε συζήτηση, σε κάθε συμβόλαιο είχε το βάρος της ευθύνης ότι έπρεπε να έχει ικανοποιημένους αυτούς και τις οικογένειες τους. Νιώθει ότι είναι υπεύθυνος για ένα σωρό ακόμα σπιτικά, τα οποία κουβαλάει μαζί του, ανάλογα με τις αποφάσεις του. Γι’ αυτό και κάθε επαγγελματική επιλογή είναι προμελετημένη, σχεδιασμένη, τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι και ο πλέον πολυνίκης προπονητής στην ιστορία του ΠΑΟΚ. Ο μακροβιότερος. Αυτός με τα περισσότερα παιχνίδια, τις περισσότερες νίκες, τις περισσότερες και σημαντικότερες ευρωπαϊκές πορείες. Αυτός που σημάδεψε μία ολόκληρη εποχή.
Ο Λουτσέσκου δεν είναι άγιος. Διότι είναι άνθρωπος με ένστικτα, αδυναμίες, πάθη. Αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω δεν θα κατέβαινε ποτέ από εκείνο το πούλμαν, είναι ένα από τα περιστατικά για τα οποία έχει μετανιώσει, όσο τίποτα.
Υπήρξε πολύ περισσότερα από ένας προπονητής για τον ΠΑΟΚ. Υπηρέτησε ένα σωρό ρόλους. Μα πάνω από όλα υπήρξε ένας μπροστάρης, που δεν δείλιασε σε καμία μάχη.
Κάποιος που την ιδιόμορφη προφορά του έβαλε στο πετσί όλων τις λέξεις “μπάλανς”, “στρονγκ μεντάλιτι”, “ρισπονσάμπιλιτι”, “κόνφιντενς” και μπήκε στην μύτη του ανταγωνισμού σαν την ενοχλητική μύγα που δεν αφήνει κανέναν σε ησυχία.
Όλες οι προπονητικές σχέσεις κάποια στιγμή τελειώνουν, τίποτα δεν είναι ισόβιο στο ποδόσφαιρο. Οι κύκλοι κλείνουν. Τα καστ ανανεώνονται. Τίποτα, όμως δεν μπορεί να σβήσει, όσα ζήσαμε, όσα αισθανθήκαμε, όσα βιώσαμε κι όσα ονειρευτήκαμε.
Ο Ραζβάν Λουτσέσκου θα είναι για πάντα ένα τεράστιο κεφάλαιο της ιστορίας του ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ θα είναι για πάντα ένα τεράστιο κεφάλαιο της διαδρομής του Ραζβάν Λουτσέσκου.
Το ταξίδι ήταν μοναδικό.
Ο αποχαιρετισμός δεν μπορεί παρά να γίνει με έναν τρόπο. Με ένα “ευχαριστώ” και μία νοητή… big hug για την προσφορά του στον ΠΑΟΚ.




