
Ταυτισμένος σε απόλυτο βαθμό με τον ΠΑΟΚ, ο Γιώργος Τουρσουνίδης, μέλος της επιτροπής επετείου των 100 χρόνων της ομάδας του Δικεφάλου και γενικός αρχηγός της ομάδας Κ-15, μιλά για το χθες και το σήμερα του ΠΑΟΚ
«Ενιωσα τιμή και περηφάνεια. Ηταν ένα ιδιαίτερο κάλεσμα να βρίσκομαι σ’ αυτήν την επιτροπή, που την απαρτίζουν σημαντικοί άνθρωποι» απαντά αρχικά στην ερώτηση για το τι σημαίνει για εκείνον η συμμετοχή του στην επιτροπή επετείου των 100 χρόνων του ΠΑΟΚ. Και συνεχίζει: «Από την πλευρά μου, προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο, έτσι ώστε να γίνει μια εκδήλωση αντάξια της ιστορίας του ΠΑΟΚ, όπως το έχει ζητήσει κι ο Ιβάν Σαββίδης. Είμαι σίγουρος ότι θα βγει κάτι πολύ καλό, έτσι ώστε ο κόσμος, που θα παραβρεθεί στην εκδήλωση, να δει κάτι φαντασμαγορικό, που αξίζει για την ιστορία της ομάδας».
Ποιος ο ρόλος και η σημασία του ΠΑΟΚ στην καθημερινότητά σου;
«Ο ΠΑΟΚ είναι το δεύτερο σπίτι μου, είναι όλη μου η ζωή. Από μικρό παιδί είμαι στην οικογένεια του ΠΑΟΚ, ευτύχησα να παίξω πολλά χρόνια στην ομάδα. Η ζωή μου είναι συνυφασμένη με τον ΠΑΟΚ».
Οντας σήμερα γενικός αρχηγός στην Κ-15, έρχονται στο μυαλό εικόνες από το δικό σου ξεκίνημα ως ποδοσφαιριστής;
«Εχουν αλλάξει πάρα πολύ τα πράγματα, προς το καλύτερο. Στα δικά μου τα χρόνια δεν υπήρχε τόσο μεγάλη οργάνωση, η υποδομή, οι εγκαταστάσεις. Πλέον, ειδικά μετά την έλευση Σαββίδη, έχουμε τις καλύτερες ακαδημίες στη χώρα. Για εμένα είναι πολύ σημαντικό, που συναναστρέφομαι μ’ αυτά τα παιδιά και είναι καλό για τον οργανισμό του ΠΑΟΚ, άνθρωποι που έχουν περάσει μέσα από το γήπεδο, να περνούν μηνύματα, ποδοσφαιρικά κι όχι μόνο, στα παιδιά για το τι είναι ΠΑΟΚ, τι είναι ο φίλαθλος κόσμος του».
Αν με ένα μαγικό τρόπο θα μπορούσες να παίξεις ξανά ένα παιχνίδι της καριέρας σου, ποιο θα ήταν αυτό;
«Σας πιτσιρικάς είχα περάσει από την κερκίδα του ΠΑΟΚ. Συνεπώς, δεν ήμουν μόνο παίκτης της ομάδας, αλλά και φίλαθλος και οπαδός της. Αξέχαστη είναι η νίκη με 4-0 στην έδρα του Αρη, όπου σκόραρα και δύο φορές και έβγαλα προς τα έξω και τα συναισθήματά μου για την ομάδα. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ διαφορετικά, ήμασταν όλοι Ελληνες, καταλαβαίναμε πολύ περισσότερο τη σημασία ενός τοπικού ντέρμπι».
Και αντίστοιχα ένα ματς, που αν μπορούσες να το παίζεις ξανά για να άλλαζες την έκβασή του;
«Επαιξα στον ΠΑΟΚ δώδεκα χρόνια και το άσχημο ήταν ότι δεν μπόρεσα να γευτώ τη χαρά κατάκτησης ενός τίτλου. Κι αυτό μου έχει μείνει ως απωθημένο. Βέβαια, δεν μας άφηναν να πάρουμε κι έναν τίτλο. Το 1992 είχαμε παίξει τον διπλό τελικό κυπέλλου κόντρα στον Ολυμπιακό. Ονειρευόμασταν ότι θα μπορούσαμε να σηκώσουμε το κύπελλο, έστω κι αν στην ομάδα μας υπήρχαν τεράστια προβλήματα. Τελικά δεν τα καταφέραμε».
Βίωσες και την άδεια Τούμπα εξαιτίας της αποχής μεγάλης μερίδας του κόσμου-επί Βουλινού-και την Τούμπα της… αναγέννησης, με τη μαζική επιστροφή του κόσμου.
«Μετά τη ρεβάνς με την Παρί Σεν Ζερμέν και την ευρωπαϊκή τιμωρία ζήσαμε δύσκολες καταστάσεις. Ο κόσμος ήταν απογοητευμένος, υπήρχε η κόντρα της Θύρας 4 με τον Θωμά Βουλινό. Οσοι είμασταν τότε στην ομάδα, και δεν μιλάω μόνο για εμάς τους παίκτες, αλλά και για κάποιους άλλους ανθρώπους, όπως ο Σταύρος Σαράφης, μπήκαμε μπροστά και κρατήσαμε σε μεγάλο βαθμό την ομάδα και να μην πάει ακόμη χαμηλότερα. Με τον ερχομό του Γιώργου Μπατατούδη άλλαξαν κάπως τα πράγματα προς το καλύτερο».
Η σεζόν 1995-96 υπήρξε πολύ κακή. Υπήρξε ο φόβος ότι θα μπορούσε η ομάδα ακόμη και να υποβιβαστεί;
«Ο,τι άσχημο μπορούσε τότε να εισχωρήσει μέσα στα αποδυτήρια, προσπαθούσαμε να το αποτρέψουμε και να το αποβάλλουμε. Κι ενώ υπήρχαν τεράστια προβλήματα, δεν αφήναμε να επηρεάσουν ακόμη περισσότερο το αγωνιστικό κομμάτι. Ναι, μας επηρέαζαν, αλλά προσπαθούσαμε αυτός ο επηρεασμός να ήταν ο μικρότερος δυνατός. Γενικότερα, όλα εκείνα τα χρόνια υπήρχαν πολύ καλοί παίκτες στον ΠΑΟΚ. Υπήρχαν, όμως, και πολύ μεγάλα προβλήματα, που δεν επέτρεψαν τελικά την ομάδα να πάει μπροστά. Από την άλλη, υπήρχε και το κατεστημένο της πρωτεύουσας, που ήλεγχε τα πάντα. Εμείς δεν είχαμε τη δυναμική, δεν είχαμε έναν πρόεδρο, όπως είναι σήμερα ο Ιβάν Σαββίδης, δεν είχαμε μια ισχυρή διοίκηση, που θα χτυπήσει τη γροθιά στο τραπέζι. Φθάναμε στην πηγή, αλλά δεν πίναμε νερό».
Σε παλαιότερες συνεντεύξεις σου είχες ξεχωρίσει από προπονητές τον Αρι Χάαν και από συμπαίκτες τον Μαγκντί Τολμπά. Ποια ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους;
«Ο Μαγκντί ήταν ένας απίστευτος παίκτης. Αν και με τον ερχομό του είχε να αντιμετωπίσει μια τελείως διαφορετική κουλτούρα σε σχέση με την πατρίδα του, μας έδειξε την τεράστια ποιότητά του. Πολύ καλός με την μπάλα, ξεσήκωνε την κερκίδα. Κι επειδή κι εγώ είχα τέτοια χαρακτηριστικά, η συνεργασία μας ήταν πολύ καλή, έβρισκε εύκολα ο ένας τον άλλον μέσα στο γήπεδο. Ο Χάαν ήταν ο καλύτερος προπονητής, που είχα στην καριέρα μου. Όταν το 1994 είχε έρθει για πρώτη φορά στην ομάδα, μάθαμε τακτικά πώς να στεκόμαστε, μας δούλευε πολύ ατομικά, αλλά κι όλους μαζί ως ομάδα. Μας έμαθε πράγματα, που μέχρι τότε δεν γνωρίζαμε, ήμασταν μέχρι τότε του στυλ ‘μπείτε, παίξτε και ό,τι βγει».
Τον Ιανουάριο του 2000 αποχώρησες από την ομάδα. Θα μπορούσε εκείνο το ‘αντίο’ να είχε καθυστερήσει χρονικά;
«Σίγουρα, θα μπορούσε να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά τα πράγματα. Είχε μόλις αναλάβει ο Ντούσαν Μπάγεβιτς την τεχνική ηγεσία της ομάδας, είχε το δικό του σκεπτικό, ήθελε να κάνει τη δική του ομάδα, έφερε δικούς τους παίκτες. Κάποια στιγμή μου είπε ότι καλό θα ήταν ν΄ αποχωρήσω από την ομάδα. Εγώ είχα νιώσει τότε μεγάλη πικρία και στενοχώρια και, να πω την αλήθεια, έκανα… βλακεία που έφυγα, θα έπρεπε να είχα επιμείνει και να είχα παραμείνει στο ρόστερ. Δέχτηκα αυτά, που μου είχε πει ο Μπάγεβιτς, ενώ μπορούσα να του εξηγήσω ότι ‘δεν μ’ έχεις ζήσει στην καθημερινότητα, δες πρώτα και μετά βλέπουμε’. Το σκεπτικό και το όνειρό μου ήταν να κλείσω την καριέρα μου από εκεί που την είχα αρχίσει, από την ομάδα που αγάπησα. Εφυγα για δύο χρόνια στην Ξάνθη, μέχρι που επέστρεψα στον ΠΑΟΚ, όπου και κρέμασα τη φανέλα μου…».




