Η ολοκλήρωση του τέταρτου τελικού της Volley League στην Πυλαία άφησε πίσω της μια πλούσια στατιστική απεικόνιση, όμως ένα συγκεκριμένο μέγεθος ξεχώρισε ως ο καταλυτικός παράγοντας της επικράτησης του Παναθηναϊκού επί του ΠΑΟΚ ήταν η αποτελεσματικότητα στο side-out. Σε μια αναμέτρηση που κρίθηκε στις λεπτομέρειες των 127 λεπτών, η ικανότητα των «πρασίνων» να ανακτούν το δικαίωμα του σερβίς με ταχύτητα και συνέπεια υπήρξε αγωνιστικά το δομικό στοιχείο που αποδιοργάνωσε τη στρατηγική του Δικεφάλου και οδήγησε στην απώλεια του τίτλου.
Στο σύγχρονο βόλεϊ, το side-out (η διαδικασία κέρδους του πόντου από την ομάδα που υποδέχεται) θεωρείται η «ασπίδα» μιας ομάδας. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και τις αναλύσεις της FIVB, η αποτελεσματικότητα στο side-out συνδέεται άμεσα με τη σταθερότητα της υποδοχής και την ταχύτητα της πρώτης επίθεσης (first tempo attack). Στον τέταρτο τελικό, ο Παναθηναϊκός κατέγραψε έναν εντυπωσιακό δείκτη, κερδίζοντας 1 πόντο ανά 1.68 υποδοχές. Αντιθέτως, ο ΠΑΟΚ υστέρησε σημαντικά, απαιτώντας 2.1 υποδοχές για να κατακτήσει έναν πόντο σε φάση υποδοχής. Αυτή η στατιστική απόκλιση σημαίνει πρακτικά ότι ο Δικέφαλος παρέμενε εγκλωβισμένος σε «παθητικές» περιστροφές, επιτρέποντας στον αντίπαλο να χτίζει σερί πόντων.
Η αιτιολόγηση αυτής της υπεροχής έγκειται στην ποιότητα της πρώτης επίθεσης μετά από θετική υποδοχή. Ενώ ο ΠΑΟΚ διατήρησε ένα αξιοπρεπές επίπεδο θετικής υποδοχής (52%), η αποτελεσματικότητά του στην επίθεση που ακολουθούσε περιορίστηκε στο 50% τη στιγμή που ο Παναθηναϊκός άγγιζε το 59%. Βιβλιογραφικά, το side-out δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά ένας δείκτης ψυχολογικής και τακτικής κυριαρχίας. Όταν μια ομάδα αδυνατεί να «σπάσει» το σερβίς του αντιπάλου με την πρώτη προσπάθεια, αυξάνεται η πίεση στον πασαδόρο και μειώνονται οι επιθετικές επιλογές, καθιστώντας την ομάδα προβλέψιμη για το αντίπαλο μπλοκ.
Στην περίπτωση του τέταρτου τελικού, η αδυναμία του ΠΑΟΚ να παρουσιάσει ένα στιβαρό side-put εξέθεσε το τμήμα προ των ευθυνών του αναφορικά με τη διαχείριση των κρίσιμων φάσεων. Η στατιστική αυτή υστέρηση λειτούργησε ως «πολλαπλασιαστής ισχύος» για τον Παναθηναϊκό, ο οποίος μέσω των 8 άσσων του και των 33 πόντων break, εκμεταλλεύτηκε πλήρως τις αργές επιστροφές του Δικεφάλου.




